Διήγημα: Εσκιμώος στην Ομόνοια

Δευτέρα, 01/01/2018

 

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης γράφει ένα διήγημα αποκλειστικά για τους αναγνώστες της ΓΥΝΑΙΚΑΣ.

Όταν λiγο πριν από τις εννιά έφτασε στην πλατεία για να πιάσει δουλειά, οι τεχνικοί είχαν ήδη στήσει ένα ιγκλού από φελιζόλ σε φυσικό μέγεθος και είχαν κρύψει στο εσωτερικό του, όπως διαπίστωσε όταν μπήκε για να ντυθεί, τα ψυγεία και μια γεννήτρια τελευταίας τεχνολογίας, σχεδόν αθόρυβη. Δίπλα στην είσοδο τοποθετηθήκαν διακριτικά δυο τετράγωνοι ανεμιστήρες εξωτερικού χώρου, τόσο ισχυροί που σε μια περίμετρο δέκα περίπου μέτρων έδιναν την εντύπωση σε όποιον πλησίαζε πως δεν βρισκόταν μήνα Αύγουστο στην Αθήνα, αλλά σε κάποιο σημείο του αρκτικού κύκλου.
Αναμφίβολα επρόκειτο για ένα εντυπωσιακό και πανάκριβο σκηνικό. Όσο για τη δική του στολή, οι υπεύθυνοι της εταιρείας είχαν επιδείξει παρόμοιο ζήλο. Φτιαγμένη από βαμμένο σε υπόλευκους τόνους δέρμα και επενδυμένη στην άκρη των μανικιών και την κουκούλα με συνθετικό τρίχωμα, έπειθε πως επρόκειτο για αυθεντική περιβολή Εσκιμώου. Κι αν πεις για τις μπότες και τα γάντια, αυτά κι αν έμοιαζαν πραγματικά. Φυσικά, άρκεσαν μερικά λεπτά για να αποδειχτεί πως όφειλε να παραμένει εντός της εμβέλειας των ανεμιστήρων, αλλιώς κινδύνευε με θερμοπληξία.
Αποστολή του ήταν να προσεγγίζει τους περαστικούς, να τους προσφέρει τη μίνι συσκευασία γρανίτας με γεύση μέντας που προωθούσαν και κατόπιν να τους πείθει να ποζάρουν μαζί του μπροστά στην αυτόματη κάμερα που βρισκόταν πάνω από την είσοδο του ιγκλού. Ο άνθρωπος της διαφημιστικής με τον οποίο είχε μιλήσει ήταν κατηγορηματικός: όσες περισσότερες και εντυπωσιακότερες φωτογραφίες κατόρθωνε να βγάλει, τόσο μεγαλύτερο θα ήταν το μπόνους, πέρα φυσικά από την αμοιβή των τριών ευρώ ανά ώρα που είχαν συμφωνήσει.
Στην αρχή ντρεπόταν πολύ. Όσο κι αν προσπαθούσε να το δει όλο αυτό σαν έναν ρόλο και τίποτα περισσότερο, η άρνησή του δεν έλεγε να υποχωρήσει. Απ’ την
ώρα μάλιστα που αποχώρησε ο επόπτης και απέμεινε μόνος, ήταν ζήτημα αν πλησίασε με τη θέλησή του περαστικό. Αδιαφορώντας για τον κίνδυνο να τελειώσει τη βάρδια δίχως να έχει δώσει όσες συσκευασίες προβλεπόταν και, ακόμη χειρότερα, να μην έχει φωτογραφηθεί όσο έπρεπε, προτιμούσε να κρύβεται δίπλα στο σκηνικό και να παριστάνει τον ανήξερο, παρότι κάτι τέτοιο έμοιαζε εξαιρετικά δύσκολο.
Δεν ήταν το μόνο που τον απασχολούσε.
Σκεφτόταν με θλίψη τους φίλους του από τη σχολή που, σ’ αντίθεση μ’ αυτόν, είχαν καταφέρει να πείσουν για το ταλέντο τους εκείνον τον σκηνοθέτη και τώρα βρίσκονταν στην Επίδαυρο ως μέλη του χορού σε έναν θίασο γεμάτο σπουδαίους ηθοποιούς. Τελικά, ίσως δεν ήταν αυτός που πίστευε πως είναι. Ίσως είχε υπερτιμήσει τις ικανότητές του και ίσως έτσι εξηγούνταν πως παρίστανε τον Εσκιμώο στην Ομόνοια για τρία ευρώ την ώρα, αντί να κάνει αυτό για το οποίο είχε γεννηθεί στο σπουδαιότερο θέατρο του κόσμου.
Τέτοια δυσάρεστα σκεφτόταν, ώσπου ξέχασε εντελώς τον λόγο για τον οποίο βρισκόταν εκεί.
Μα γύρω στις έντεκα, ένα γκρουπ Κινέζων τουριστών βγαίνοντας από το διπλανό ξενοδοχείο ενθουσιάστηκε μαζί του τόσο, που αντί να ανέβουν στο λεωφορείο τους για την καθιερωμένη περιήγηση στα αξιοθέατα της πόλης, τον περικύκλωσαν και άρχισαν να βγάζουν μαζί του φωτογραφίες. Αναγκάστηκε να αγκαλιαστεί με τουλάχιστον τριάντα άτομα και, παραδόξως, η εμπειρία τον βοήθησε να ξεπεράσει τη συστολή του. Για λίγο έκανε ακριβώς ό,τι ήθελαν εκείνοι που τον είχαν προσλάβει.
Μετά όμως έχασε ξανά την όρεξή του. Με το ζόρι, αραιά και πού, μοίραζε από καμιά γρανίτα, κι ας έκαναν ουρά τα πρεζάκια και οι ζαβλακωμένοι από τον ήλιο τσαμπατζήδες.
Και τότε, ενώ η πλήξη κόντευε να τον αποχαυνώσει, είδε το πιο όμορφο πλάσμα που αντίκρισε ποτέ να τρέχει απελπισμένο προς το μέρος του, να τον προσπερνά και να χώνεται στο ιγκλού. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί, δύο άντρες απ’ το προσωπικό ασφαλείας του παρακείμενου πολυκαταστήματος κατέφθασαν. Λες και κυνηγούσαν εγκληματία, έψαξαν σπιθαμή προς σπιθαμή την πλατεία, ήλεγξαν τις εισόδους του μετρό, ερεύνησαν πίσω από τα παρτέρια και όταν δεν βρήκαν τίποτα στράφηκαν σ’ αυτόν.
Στα επίμονα ερωτήματά τους αν είχε δει να περνά από εκεί τρέχοντας μια κοπέλα με σάκο στην πλάτη, απλώς δεν απάντησε.
Δεν το πήραν καλά. Ειδικά ο ένας άρχισε να τον στραβοκοιτάει.
Ο Τάκης ήταν μισός απ’ αυτόν, σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση δεν θα ’χε καμιά τύχη απέναντί του. Μα τώρα με τη στολή Εσκιμώου το πράγμα άλλαζε. Πρώτα απ’ όλα, οι μπότες και η κουκούλα τού πρόσθεταν σχεδόν είκοσι πόντους και έπειτα, με τόσο δέρμα πάνω του έδειχνε υπολογίσιμα μεγαλόσωμος. Κανέναν λόγο δεν είχε να υποχωρήσει.
Ο ένας από τους δύο σεκιουριτάδες όμως, που είχε παραπάρει τον ρόλο του στα σοβαρά, δεν έλεγε να φύγει και επέμενε να ψάξει και στο εσωτερικό του ιγκλού.
Ο Τάκης τα χρειάστηκε. Αν δοκίμαζε να εισβάλει, δεν υπήρχε τρόπος να τον σταματήσει.
Σε μια έκλαμψη της στιγμής, θυμήθηκε μια βραδιά στο σπίτι κάποιου φίλου όταν διάβασαν κάπου πως μια φυλή Εσκιμώων διαθέτει για το χιόνι ογδόντα διαφορετικές λέξεις και το βρήκαν τόσο αστείο που ξημέρωσαν παριστάνοντας τους Λάπωνες. Για μέρες ολόκληρες συνεννοούνταν μεταξύ τους μιλώντας υποτίθεται λαπωνικά. Έτσι και τώρα, χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, άρχισε να ξεφωνίζει ακαταλαβίστικες εκφράσεις.
«Περκιουβίλι ασπανέγκο βου», κραύγασε απωθώντας τον ενοχλητικό φύλακα· «Γκουντάν μάστου τζα», ούρλιαξε αμέσως μετά χειρονομώντας απειλητικά.
Θα πρέπει να έδειχνε φοβερά αστείος, ο ένστολος όμως φαίνεται ήταν τόσο χαζός, που σχεδόν τον φοβήθηκε, σιγά-σιγά τού φερόταν σαν να είχε να κάνει με πραγματικό Λάπωνα. Και άρχισε να οπισθοχωρεί. Και όσο εκείνος πισωπατούσε, τόσο ο Τάκης ξεστόμιζε αρλούμπες που υποτίθεται αποτελούσαν λέξεις της φυλής στην οποία ανήκε, μέχρι που ανάγκασε τον φύλακα να επιστρέψει άπραγος στο πόστο του στην
απέναντι πλευρά του δρόμου.
Ικανοποιημένος με την παράσταση που είχε δώσει, πλησίασε την είσοδο του ιγκλού και έβαλε το κεφάλι μέσα.
«Εντάξει, έφυγαν, μπορείς να βγεις τώρα», είπε.
Το κορίτσι τού χαμογέλασε, μάζεψε από κάτω τον σάκο της, έφτασε μέχρι το άνοιγμα που χρησίμευε ως πόρτα, έριξε μια καχύποπτη ματιά έξω και αφού είδε πως δεν διέτρεχε κίνδυνο ξεπρόβαλε ολόσωμη.
«Ευχαριστώ», είπε και έκανε να απομακρυνθεί.
«Μια στιγμή», έκανε ο Τάκης, που ακόμη έψαχνε τρόπο να την κρατήσει λίγο παραπάνω.
Σταμάτησε και τον κοίταξε απορημένη.
Την έβρισκε τόσο όμορφη που σχεδόν του πόνεσε το στήθος μέχρι να καταφέρει να συγκεντρωθεί και να μην την κοιτάει απλώς σαν χαζός. «Γιατί σε κυνηγούσαν αυτοί;» ρώτησε όσο πιο αυστηρά μπορούσε.
Η κοπέλα σήκωσε ανήξερη τους ώμους της.
«Κάτι θα έκλεψες και σε είδαν».
«Σου φαίνομαι για κλέφτρα;» έκανε εκείνη κάπως προκλητικά.
Ήταν σειρά του να σηκώσει τους ώμους ανήξερος.
Τον κοίταξε ελαφρά απογοητευμένη, έκανε στροφή και άρχισε να απομακρύνεται. Μα κάποια σκέψη θα της πέρασε από το μυαλό, γιατί πριν κάνει λίγα βήματα επέστρεψε. «Άμα θες να ξέρεις, τίποτα δεν έκλεψα», ξεστόμισε θυμωμένη. «Μου αρέσει να μπαίνω στα μαγαζιά και να προκαλώ αυτούς τους καραγκιόζηδες. Κινούμαι ύποπτα, κοιτάω ύποπτα, δοκιμάζω ακριβά πράγματα και ύστερα κάνω πως σκαλίζω την τσάντα, μέχρι να τσιμπήσουν. Τότε τρέχω προς την έξοδο, αυτοί με σταματούν και αρχίζουν να με ψάχνουν. Φυσικά, δεν βρίσκουν τίποτα και τότε εγώ τους βρίζω και απειλώ να τους κάνω μήνυση. Για πλάκα το κάνω. Μα ο σημερινός δεν το πήρε καλά και φοβήθηκα πως θα με δείρει. Γι’ αυτό το έβαλα στα πόδια. Ευχαριστημένος;»
Ήθελε να της φωνάξει πως τον παρεξήγησε, ήθελε να της πει όσο πιο δυνατά γινόταν πως είναι ό,τι πιο όμορφο και συναρπαστικό έχει αντικρίσει ποτέ, μα δεν κατάφερε να ανοίξει ούτε το στόμα του.
Το κορίτσι, αφού θεώρησε πως αρκετά περίμενε, έκανε ξανά μεταβολή και κατευθύνθηκε βιαστικά προς την είσοδο του μετρό που βρισκόταν λίγα μέτρα από εκεί.
Ο Τάκης κατάλαβε τι είχε κάνει μόνο αφού την έχασε από τα μάτια του. Το πιο όμορφο κορίτσι της πόλης τον είχε διαλέξει να την προστατεύσει και αυτός ο ηλίθιος την άφησε να φύγει χωρίς να δοκιμάσει έστω να πάρει το τηλέφωνό της.
Εκνευρισμένος, έδωσε μια αγκαλιά γρανίτες σε ένα πρεζάκι που τον τριγύριζε από ώρα, κλότσησε ένα κουτάκι αναψυκτικού που κάποιος περαστικός είχε πετάξει εκεί δίπλα και έπειτα, για να τιμωρήσει τον εαυτό του, πήγε και έκατσε πάνω από τον έναν ανεμιστήρα που αποδεδειγμένα ήταν το πιο ζεστό σημείο όπου μπορούσε να σταθεί κανείς και ούτε που έδινε σημασία σε όσους πλησίαζαν.
Είχε αρχίσει να ζεσταίνεται επικίνδυνα, σχεδόν υπέφερε καθισμένος ακόμη πάνω σε εκείνο το πανίσχυρο μηχάνημα, όταν είδε πρώτα τη σκιά της και μετά την ίδια.
«Περγικουόφ σαουνουίμπ ίνουα», τον πρόλαβε το κορίτσι προσπαθώντας να μη γελάσει.
«Νινγκραρτόκ, νινγκραρτόκ», έδειξε να συμφωνεί ο Τάκης, επιδεικνύοντας μια ετοιμότητα που εξέπληξε και τον ίδιο.
«Ιλαρμάρ σουόνα», έκανε τότε ανυπόμονα εκείνη και έδειξε κάπου πίσω της.
«Γκλουαραντί, αμέ σαντιμεντοπά», δικαιολογήθηκε ο Τάκης πιάνοντας απαξιωτικά την κουκούλα του.
«Ομποντούντα σκα», πρόφερε απογοητευμένη εκείνη.
«Στρι μπαλκονοβά τρσισπούτι», ανταπέδωσε ξεψυχισμένα ο Τάκης, ελπίζοντας ότι θα καταλάβει πως έπρεπε να κάνει λίγη υπομονή.
Δεν του έκανε το χατίρι. «Ικλεπερνάρ παστούνιν ό ικλεπερνάρ μόπγκο;» απαίτησε να μάθει η κοπέλα φτιάχνοντας τον σάκο στην πλάτη της και έδειξε έτοιμη να συνεχίσει τη μέρα της δίχως αυτόν.
«Ικλεπερνάρ παστούνιν, Ικλεπερνάρ παστούνιν», ορθώθηκε αποφασισμένος ο Τάκης.
Ύστερα μπήκε στο ψεύτικο ιγκλού, έβγαλε τη στολή, πέταξε το ιδρωμένο μπλουζάκι του, φόρεσε ένα άλλο που είχε μαζί του, έβαλε στον σάκο μερικές γρανίτες και κατευθύνθηκε προς τα εκεί που είχαν συμφωνήσει πως θα τον περιμένει.

 

dihgima_02

Το νέο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, Ίσως την επόμενη φορά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.