Γιώργος Παπαγεωργίου: "Δεν μου αρέσουν οι χαϊδεμένοι καλλιτέχνες"

Κυριακή, 23/12/2018

 

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου δίνει νέα πνοή στον θρυλικό χαρακτήρα του ποιητή Φανφάρα, στο Εθνικό Θέατρο, ενώ ξεδιπλώνει τα ταλέντα και τις ανησυχίες του σε δύο παραστάσεις που σκηνοθετεί, ένα σίριαλ που ετοιμάζεται και βέβαια στα live με την μπάντα του, τους Polkar

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου ζει στην Αθήνα τα τελευταία 15 χρόνια. Είναι γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός και μεγαλωμένος σε καλλιτεχνικό περιβάλλον, αφού ο πατέρας του έχει μαζί με τη θεία του τις Εκδόσεις Εξάντας και η μητέρα του είναι η ηθοποιός Φιλαρέτη Κομνηνού. Στο πρόγραμμα του Ξύπνα Βασίλη, που σαρώνει στο Εθνικό Θέατρο, η φωτογραφία του θυμίζει παλιό σταρ του σινεμά με χτένισμα ροκαμπίλι και από πάνω γράφει: «Φανφάρας: Ποιητής. Άνθρωπος της τέχνης. Άνθρωπος του πνεύματος. Άνθρωπος της διανόησης. Μεγαλοπρεπής, ποζάτος πρωτοκλασάτος, επιβλητικός, σκερτσόζος, αλέγκρος». Ο Παπαγεωργίου είναι όλα τα παραπάνω, όχι όμως κατά δήλωση, αλλά κατ’ ουσίαν. Αυθεντικότητα, ροκιά και μάγουλα που ενίοτε κοκκινίζουν (γιατί η ψυχή διαθέτει προφανώς ευαίσθητα και εύφλεκτα εκρηκτικά) περιγράφουν τον υπέροχο ζεν πρεμιέ που γοητεύει στην παράσταση του genial Άρη Μπινιάρη. Παράλληλα, σκηνοθετεί τον Αρίστο, ένα έργο βασισμένο σε μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη, που παίζεται για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, και τον Επιθεωρητή, του Nikolai Gogol, στο Skrow Theater στο Παγκράτι, ενώ συμπρωταγωνιστεί με ένα εκλεκτό cast στην τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου του Στρατή Μυριβήλη Η Ζωή εν Τάφω, για την ΕΡΤ, και ετοιμάζεται για εμφανίσεις με την μπάντα του, τους Polkar (στα σλαβικά σημαίνει «μεθυσμένος χορευτής που τραγουδάει φάλτσα»), από τις 8 Δεκεμβρίου στον Σταυρό του Νότου.

 

Giorgos-Papageorgiou-130

Πουκάμισο, σακάκι και παντελόνι, όλα DANTE. Μποτάκια PRADA, Καλογήρου.

 

–Πώς επέλεξες να γίνεις ηθοποιός και όχι συγγραφέας;

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με έντονη καλλιτεχνική ζωή. Μια καθημερινότητα με τους συγγραφείς της θείας και του μπαμπά μου, τους ανθρώπους του θεάτρου, της μάνας μου, φωτιστές, ηθοποιούς, σκηνοθέτες κ.λπ. Μικρός ασχολήθηκα με τη μουσική και καθόλου δεν είχα σκεφτεί την υποκριτική. Στα 20 άρχισε να μου σκάει η επιθυμία για το θέατρο, αλλά παράλληλα σπούδασα μάρκετινγκ.

 

–Έχεις και πολύ καλή φωνή, στο φινάλε του «Ξύπνα Βασίλη» είσαι εντυπωσιακός

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική, δεν με ενδιέφερε αν έχω καλή φωνή, πιο πολύ τσίριζα στο μικρόφωνο παρά τραγουδούσα. Προέκυψε από μια εφηβική ανάγκη, ακούγοντας τότε Nirvana, Σιδηρόπουλο, Τρύπες και πανκ μουσικές, να κάνω μια μπάντα με όλες αυτές τις επιρροές. Ως έφηβος τότε, ήμουν σε δυο-τρεις μπάντες. Ξαναέπιασα τη μουσική πριν από πέντε χρόνια, με τους Polkar, από έναν άλλο μουσικό δρόμο.

 

–Παίζεις κάποιο μουσικό όργανο;

Παίζω γιουκαλίλι και κιθάρα. Έχω μια ευκολία στο να παίζω έγχορδα γενικώς, χωρίς να είμαι κανένας σούπερ κιθαρίστας. Απλά μπορώ να το υποστηρίξω λόγω εξοικείωσης.

 

–Βιβλία διάβαζες;

Ναι, μου άρεσε πολύ η ποίηση όταν ήμουν έφηβος. Διαβάζω ακόμα, όσο μπορώ, αλλά αυτό είναι ανεξάρτητο από τη θεία και τον μπαμπά μου – τώρα ανακαλύπτω λίγο τι εστί ο Εξάντας, τα τελευταία δέκα χρόνια. Βρίσκομαι σε μια φάση που μου αρέσει να διαβάζω κι έχω αδυναμία στη λογική λογοτεχνία. Έτσι προέκυψε και ο Αρίστος, μέσα από το μυθιστόρημα Ο γύρος του θανάτου, του Κοροβίνη. Μ’ αρέσει πολύ Ο χορός των ρόδων και το Μισόν αιώνα άνθρωπος, του Αντώνη Σουρούνη. Γενικά, μου αρέσει η γενιά των Σαλονικιών συγγραφέων, αλλά και ξένοι συγγραφείς. Διαβάζω επίσης πολλά θεατρικά έργα, ανεξάρτητα από το αν θα καταπιαστώ στην πράξη μαζί τους, και έχω μεγάλη αγάπη στον Τσέχοφ – μου αρέσουν πολύ οι Ρώσοι συγγραφείς γενικότερα, μου μιλάνε πιο καλά.

 

–Το ότι μεγάλωσες στη Θεσσαλονίκη τι υπέρ είχε;

Η Θεσσαλονίκη που θυμάμαι είχε πολύ έντονη ζωή. Υπήρχε μια ηλεκτρισμένη ενέργεια παντού. Τότε ήταν ακόμα το ξέσπασμα του ελληνικού ροκ. Οι συναυλίες που έκαναν π.χ. τα Ξύλινα Σπαθιά αποτελούσαν γεγονός για τους πιτσιρικάδες της πόλης. Στέκια όπως ο Μύλος ήταν σημείο αναφοράς για μας. Το Σαββατόβραδο στη Θεσσαλονίκη ήταν πολύ ιδιαίτερο. Βγαίναμε όλοι στο κέντρο, πηγαίναμε στα fast food και αυτή ήταν η έξοδός μας. Κάναμε με τους φίλους μου έναν γύρο για να δούμε και να φλερτάρουμε συμμαθήτριές μας. Όλα αυτά ήταν πολύ ωραία, δεν είχαν τίποτα το χυδαίο, ήταν γλυκά χρόνια. Δεν ξέρω τώρα πώς λειτουργούν οι πιτσιρικάδες, εγώ θυμάμαι ερωτευόμουν πάρα πολύ και έγραφα πάνω στην τσάντα μου «Χριστίνα σ’ αγαπώ» ή «Χ+Γ=LFE», έγραφα ποιήματα και στίχους του Σιδηρόπουλου…

 

–Τα στέκια, το παρεΐστικο κι αυτό που λες με την καψούρα υπάρχουν ακόμα. Η Θεσσαλονίκη για σένα έχει αλλάξει τώρα;

Δεν θέλω να είμαι από αυτούς που όσο μεγαλώνουν γκρινιάζουν, κρίνοντας κάθε πέρσι και καλύτερα. Αισθάνομαι πια ότι η πόλη, δυστυχώς, έχει γίνει μια μπουζουκόπολη, χωρίς την αίγλη που είχε – την αίγλη όπως την εννοώ εγώ. Το σκυλάδικο της δεκαετίας του ’80 είχε μια αυθεντικότητα.

 

–Και γινόταν χαμός! Η Θεσσαλονίκη ποτέ δεν κοιμόταν.

Ακριβώς. Έχω την αίσθηση ότι έχει γίνει μια πόλη με πολλά ελληνάδικα, έχει παραδοθεί στον τουρισμό, σαν να έχει χάσει λίγο τον χαρακτήρα της. Είχε μια ροκιά η Θεσσαλονίκη και έχει βγάλει πολλούς σπουδαίους καλλιτέχνες, μην το ξεχνάμε. Έχω πια πολύ καιρό να ακούσω για μια ωραία μπάντα που ήρθε από πάνω.

 

Giorgos-Papageorgiou-189

Ζιβάγκο, DANTE.


–Μίλησέ μου για τους Polkar.

Η μπάντα μου αποτελείται από Θεσσαλονικείς. Εμείς κουβαλάμε τον αέρα του Βορρά στον ήχο μας. Είναι έντονη και η σύνδεση μεταξύ των μελών, μιλάμε την ίδια γλώσσα. Οι Polkar είναι ο ορισμός του πανηγυριού. Δημιουργούμε ένα θορυβώδες, αλέγκρο πανηγύρι και για μας που παίζουμε και για τους θεατές, ώστε αυτοί που έρχονται να μας δουν να φεύγουν χορεύοντας. Ο στόχος της μουσικής μας είναι η εξωστρέφεια. Μας αρέσουν τα ελληνικά τραγούδια χωρίς ενοχές, δηλαδή από παραδοσιακά δημοτικά μέχρι Μπίγαλη, και μας αρέσει να μπαίνουν στο μπλέντερ του πανηγυριού. Τα όργανα που χρησιμοποιούμε, όπως το γιουκαλίλι, η τρομπέτα, το τρομπόνι, η κιθάρα, τα τύμπανα κ.λπ., θέλουμε να δημιουργήσουν μια ξεχωριστή βραδιά για τον καθένα από εμάς. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί υπάρχει πάντα μια διάθεση να μην πάρουμε τον εαυτό μας στα σοβαρά, να μιλήσουμε πιο ελεύθερα με τον κόσμο, να φέρουμε guests που θα νιώσουν άνετα και προστατευμένα, και θα γίνει τελικά ένα γλέντι. Ακόμα κι αν έχουμε κομμάτια πιο μελαγχολικά, μας ενδιαφέρει η οργανικότητα, η ροή.

 

–Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Άρη Μπινιάρη στο «Ξύπνα Βασίλη»;

Ύστερα από πρόσκλησή του να παίξω στην παράσταση. Είχα δει το Θείο τραγί και είχα ενθουσιαστεί. Κάποια στιγμή είχαμε μιλήσει γι’ αυτό, χωρίς κάτι περισσότερο. Ούτε αυτοπροτάθηκα, ούτε τίποτα. Με πήρε μια μέρα τηλέφωνο και μου είπε ότι θα κάνει το Ξύπνα Βασίλη στο Εθνικό. «Την ξέρω την ταινία», του λέω, «είναι αυτή που ο Μιχαλακόπουλος λέει τα “Μαύρα κοράκια”». «Γι’ αυτόν τον ρόλο σε θέλω», μου απάντησε και τρελάθηκα. Ούτως ή άλλως, ήθελα να δουλέψω με τον Άρη και όταν ήρθε η πρόταση για τον Φανφάρα ήταν για μένα σαν δώρο. Είπα κατευθείαν ναι.

 

–Πώς τον ενέπνευσες εσύ για Φανφάρας; Γιατί είναι λίγο κόντρα.

Δεν ξέρω. Μάλλον κάτι είδε.

 

–Σας δούλεψε πάρα πολύ στις πρόβες, φαντάζομαι, γιατί στην πρεμιέρα παίζατε λες και το έργο ανέβαινε για δεύτερη χρονιά.

Ναι, κάναμε πάρα πολλές πρόβες. Επί δύο μήνες, προχωρημένα και μεθοδικά. Είναι από τις πιο ωραίες που έχω κάνει. Δεν είχες την αίσθηση ότι σπαταλιέται χρόνος ή ότι δουλεύεις για κάτι που μπορεί να μη χρησιμοποιηθεί ποτέ στην παράσταση. Υπήρχε στόχος ξεκάθαρος κι αυτό μου άρεσε πολύ.

 

–Πώς σου φαινόταν ο Φανφάρας όταν τον έβλεπες μικρός; Είναι διαχρονικός τύπος;

Ναι, είναι περσόνα της σύγχρονης ιστορίας αυτός ο ρόλος. Είναι ο ορισμός του επηρμένου, του φαντασμένου, του δήθεν καλλιτέχνη. Για μένα, είναι ένας ρόλος-σύμβολο. Πολύ σωστά ο Ψαθάς επέλεξε να σατιρίσει τους καλλιτέχνες της μπουρζουαζίας μέσα από αυτόν τον χαρακτήρα. Ο Μιχαλακόπουλος τον έπαιξε εξαιρετικά, και ήταν ένα στοίχημα για μένα να αποφύγω τον δρόμο του, γιατί δεν μπορώ να τον επαναλάβω. Έγινε, πήγε τέλεια, ας προτείνουμε κάτι άλλο. Μου άρεσε και όλη η σκέψη του Άρη πάνω στον ρόλο.

 

–Η μπουρζουαζία δεν βγάζει πια καλλιτέχνες, ούτε Φανφάρες. Τι έχει αλλάξει από αυτά τα στερεότυπα; Τώρα ποιος είναι και πού ανήκει ο αντίστοιχος Φανφάρας;

Υπάρχουν πολλοί. Δεν έχουν όμως το περίβλημα του μπουρζουά, αλλά του αντίθετου. Διακατέχονται από μια «επαναστατικούρα» άνευ ουσίας, για να βρουν target group, να απευθυνθούν σε αυτούς που ζητούν μια «επαναστατικούρα». Όχι επανάσταση, το τονίζω. Οπότε, σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία υπάρχουν και στο θέατρο σκηνοθέτες και ηθοποιοί που αισθάνομαι ότι δεν συνομιλούν με αυτό που απασχολεί τώρα το κοινωνικό σύνολο της χώρας. Εμένα μ’ αρέσει πάρα πολύ το θέατρο που κάνω. Ακόμα κι αν ο χώρος του θεάτρου είναι ένας χώρος ψευδαισθήσεων, με ενδιαφέρει να αισθάνομαι με κάποιον τρόπο ότι ο δημιουργός τους ξέρει πολύ καλά γιατί τις προτείνει, από πού προέρχεται και πού βρίσκεται. Αν είναι από έναν άνθρωπο που ζει σε άλλη σφαίρα και δεν ξέρει τι σημαίνει μένω άφραγκος, προσπαθώ να βγάλω το μεροκάματό μου, που δεν ξέρει τι σημαίνει προσπαθώ με αξιοπρέπεια να προτείνω κάτι με τη δουλειά μου, δεν... Ο καλλιτέχνης που δεν προέρχεται από αυτή την κατηγορία δεν με αφορά, δεν μπορώ να υπάρξω θεατρικά μαζί του. Να σ’ το πω και πιο χύμα, δεν μ’ αρέσουν οι χαϊδεμένοι καλλιτέχνες. Ενώ θα μπορούσα να είμαι κι εγώ ένα χαϊδεμένο παιδί, ως γιος μιας καλλιτέχνιδας, δεν έχω χαϊδευτεί. Έχω φτύσει αίμα με δικές μου δουλειές, με τις συνεργασίες μου στο θέατρο, με την μπάντα, που είναι ένα πολύ προσωπικό project… Όλα αυτά τα έκανα συνειδητά, από μια εμμονή μου να βρω τον δικό μου λόγο μέσα σ’ αυτήν τη δουλειά.

 

–Η μαμά σου χάρηκε που διάλεξες να γίνεις ηθοποιός;

Τότε ήταν προβληματισμένη, γιατί ήξερε τα αρνητικά της δουλειάς. Αλλά νομίζω τώρα χαίρεται γιατί βλέπει πια ότι αυτό που κάνω έχει μπει σε έναν δρόμο. Καμαρώνει πολύ.

 

–Πώς είναι να έχεις μια ωραία και διάσημη μητέρα; Ψάχνεις να βρεις κοπέλες που να της μοιάζουν;

Συνειδητά όχι. Ασυνείδητα, δεν ξέρω, ο Φρόιντ έχει δώσει κάποιες απαντήσεις. Να σου πω την αλήθεια, το τελευταίο διάστημα έχω μπει σε διαδικασία ψυχοθεραπείας για να λύσω θέματα που είχαν προκύψει και τα οποία σχετίζονται πάντα με τους γονείς. Αλλά και πάλι δεν θέλω να γίνομαι κακός γιος, με την έννοια του να ρίχνω ευθύνες. Θα το κάνω εκεί που πρέπει και στον βαθμό που πρέπει. Για μένα, είναι πάντα η μάνα μου, αν είναι μια ωραία γυναίκα δεν με έχει απασχολήσει ποτέ. Δηλαδή, κι άσχημη να ήταν, η μάνα μου θα ήταν πάλι. Δεν μπορώ να σου πω ότι είναι μια εύκολη συνθήκη, γιατί θυμάμαι να λειτουργώ πολύ κομπλεξικά όταν ήμουν μικρός σε σχέση με το πώς θα χειριστώ το ότι είναι μια γνωστή ηθοποιός. Πιστεύω ότι αυτή η ταμπέλα πλέον χρησιμοποιείται περισσότερο από gossip περιοδικά και μέσα. Ο κόσμος του χώρου μου με ξέρει μέσα από τη δουλειά μου, όπως και το θεατρόφιλο κοινό. Δεν έχω κάνει εμπορική τηλεόραση για να με μάθει το πλατύ κοινό. Έχω πει πολλά «όχι» για έναν συγκεκριμένο λόγο: ποτέ μου δεν ήθελα απλώς να γίνω ένας διάσημος. Κάποιοι το θέλουν και είναι ΟΚ, δεν το κρίνω. Εγώ ονειρεύομαι την επόμενη σεζόν, δεν ονειρεύομαι ποτέ τι ωραία που θα είναι να με αναγνωρίζει ο περιπτεράς. Όχι ότι κάνεις κανένα έγκλημα άμα θες να σε μάθει ο κόσμος. Τι πάει να πει ματαιόδοξος; Εμένα απλά με ενδιαφέρει οι δουλειές μου να έχουν αντίκτυπο και να αφορούν, αλλά δεν πειράζει αν αφορούν 50 αντί για 150. Αλήθεια δεν με πειράζει.

 

–Ποιες γυναίκες σε ελκύουν;

Εκείνες που εξιτάρουν το μυαλό μου. Τελεία. Με ενδιαφέρει γενικώς να συνδιαλέγομαι και εγκεφαλικά με μια γυναίκα, είτε σε ερωτική είτε σε φιλική σχέση. Δεν έχω τίποτα να πω με κάποια που το μόνο που τη νοιάζει είναι τι τακούνι θα βάλει ή αν θα κλείσει τραπέζι στον Αργυρό. Μου αρέσει η γυναίκα όπως πάνω-κάτω μίλησε γι’ αυτήν η Μαλβίνα Κάραλη. Μου αρέσουν οι δυναμικές, όχι όμως αυτές που θέλουν να ευνουχίσουν τον άντρα. Μου αρέσει εκείνη που μπορεί να σε κοιτάξει ισότιμα, που ξέρει να σε φλερτάρει, που ξέρει να δεχτεί το φλερτ σου, που ξέρει τι πάει να πει ομορφιά, χωρίς να πέφτει στα στερεότυπα και να αγωνιά για την εικόνα της, και πιστεύω πραγματικά ότι οι πιο όμορφες γυναίκες που έχω συναντήσει είναι εκείνες που απέχουν από αυτό που θεωρούν οι μόδιστροι πρότυπο της ομορφιάς.

 

Giorgos-Papageorgiou-159

Τουίντ παλτό με γούνα και πουκάμισο, DANTE.

 

–Είσαι των σχέσεων;

Είμαι, αλλά δυστυχώς ταλαιπωρούμαι. Έχω κάνει δυο-τρεις μακροχρόνιες σχέσεις κι όλα τα άλλα περιπέτειες. Νιώθω τυχερός γιατί έχω ερωτευτεί στη ζωή μου, έχω πληγωθεί, έχω φάει τα μούτρα μου πολλές φορές, έχω πονέσει και μάλιστα σε περιόδους πολύ κρίσιμες στη δουλειά.

 

–Έκανες έναν γάμο εντελώς αθόρυβα πριν από λίγα χρόνια;

Παντρεύτηκα και χώρισα μετά από έναν χρόνο.

 

–Πώς πήρες την απόφαση να παντρευτείς;

Ήταν μια αυθόρμητη ενέργεια, έγινε πάνω στον ενθουσιασμό. Δεν μετανιώνω, γιατί γνώρισα μια γυναίκα με την οποία παραμένουμε φίλοι. Το θέλαμε και οι δύο τότε, αλλά χρειάζεται μεγάλη υπομονή και δουλειά γι’ αυτά τα πράγματα – και πριν από τον γάμο! Εγώ έκανα πρόταση στους έξι μήνες και αυτό αποδείχτηκε κάπως επιπόλαιο.

 

–Σε ζηλεύουν;

Δεν έχω δεχτεί παρανοϊκή ζήλια, μόνο σε λογικά πλαίσια. Την εκτιμώ τη ζήλια, γιατί κι εγώ ζηλεύω. Δεν με ενδιαφέρουν οι φλατ σχέσεις.

 

–Τι έχεις αντιληφθεί ότι είναι το πιο «ανησυχητικό» σ’ εσένα για την εκάστοτε σύντροφό σου;

Τρομάζουν λίγο με τους ρυθμούς μου, με το πώς δίνομαι στη δουλειά, καμιά φορά είμαι λίγο οξύθυμος. Όποια γυναίκα είναι μαζί μου πρέπει να ξέρει ότι δεν έχει σχέση με έναν τραπεζικό υπάλληλο, αλλά με έναν καλλιτέχνη. Δεν μπορώ να έχω σταθερότητα και ψυχραιμία στη ζωή μου. Πρέπει να δεχτεί και τις αναμπουμπούλες μου – εκεί υπάρχει και η ψυχολόγος μου, που θα με ισιώσει. Αλλά όποια είναι μαζί μου ξέρει και για ποιον λόγο είναι μαζί μου.

 

–Γιατί όμως πρέπει να καταφύγεις στην ψυχολόγο για να σου εξηγήσει ότι όταν είσαι μια καλλιτεχνική φύση είναι φυσικό να τα περνάς κι αυτά;

Η ψυχολόγος δεν μου εξηγεί αυτά. Λύνουμε άλλα θέματα, που με κάνουν να είμαι λίγο πιο ήσυχος όταν μένω μόνος με τον εαυτό μου, να μπορώ να χειριστώ τη μοναξιά μου, τη σχέση με τον άνθρωπο που έχω απέναντί μου, χωρίς αυτό να μπλέκεται με τη δουλειά μου. Να είναι κάτι άλλο, το οποίο είναι απαραίτητο. Διαφορετικά, αν η πραγματικότητά σου γίνει μια θεατρική σκηνή, δεν ζεις πραγματικά.

 

–Τον κινηματογράφο τον πιστεύεις στην Ελλάδα;

Ναι, πιστεύω ότι η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι γενικά στο κέντρο των καλλιτεχνικών πραγμάτων. Δεν σου λέω ότι έχουμε έκρηξη παραγωγής, αλλά υπάρχει ενδιαφέρον.

 

–Όταν είσαι μόνος σου, πώς περνάς την ώρα σου;

Ακούω μουσική με τα ακουστικά και χορεύω μόνος μου στο σαλόνι. Ακούω boy bands, λαϊκά, και το σκυλί μου με κοιτάζει. Ή δεν κάνω τίποτα.

 

–Πού σου αρέσει να ταξιδεύεις;

Στην Ιταλία. Νιώθω ότι είναι ο τόπος μου, ότι είμαι Ιταλός. Μου αρέσει το ιταλικό φαγητό, ο ιταλικός τρόπος ζωής, το ιταλικό design. Έχω πάει πέντε ή έξι φορές. Τώρα ξεκινάω να μάθω τη γλώσσα, μπας και μεταναστεύσω πια και ησυχάσω!

 

Giorgos-Papageorgiou-77

Πουκάμισο και παλτό, YIORGOS ELEFTHERIADES.

 

Φωτογραφίες: ΧΡΗΣΤΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Fashion Editor: ΣΙΣΣΥ ΣΟΥΒΑΤΖΟΓΛΟΥ 

Grooming: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΑΚΚΑΣ (D-TALES)

 

Δείτε εδώ το instafeed του gynaikamagazine.gr

Συνέντευξη: Χριστίνα Πολίτη

Tags: