Όλγα Αλεξοπούλου: Μια Ελληνίδα αλλάζει την όψη των πόλεων

Δευτέρα, 17/12/2018

 

H Όλγα Αλεξοπούλου εξηγεί τι σημαίνει να είσαι γυναίκα street artist, γιατί επέλεξε να ζει στην Κωνσταντινούπολη και πώς κάνει την τέχνη πιο ελκυστική στον μικρό της γιο

Στο χιονισμένο Μίσιγκαν, ένα από αυτά τα πρωινά που στις ταινίες φαίνονται πολύ ρομαντικά, η Όλγα είναι σκαρφαλωμένη σε μια τεράστια σκάλα και γεμίζει τον τούβλινο τοίχο μπροστά της με λευκά και μαύρα στένσιλ που διηγούνται μια ιστορία εγκατάλειψης και αισιοδοξίας ταυτόχρονα, εμπνευσμένα από τις κρίσεις δύο πόλεων που συναντιούνται κάπου εκεί, το Ντιτρόιτ και την Αθήνα. Έχει μαύρες πιτσιλιές πάνω της και βιάζεται να ετοιμαστεί για την ομιλία της στο πανεπιστήμιο το ίδιο απόγευμα. Στα 8 χρόνια που την ξέρω, από τότε που βρεθήκαμε να πίνουμε σε ένα μπαρ της Ιστικλάλ στην Κωνσταντινούπολη και μιλούσαμε αγγλικά η μία στην άλλη, μέχρι να βρεθεί κάποιος από την παρέα να μας συστήσει και να καταλάβουμε ότι είμαστε και οι δύο Ελληνίδες, έχω δει πολλές εκθέσεις, τοιχογραφίες και έργα της και καθένα από αυτά καταφέρνει να έρθει μαζί μου, να συνεχίσει τη διήγησή του για καιρό και τελικά να με γυρίσει στην πρώτη ματιά, αυτή που γεμίζει με χρώματα, γραμμές και καινούριες ιστορίες. Γεννημένη στην Αθήνα, με σπουδές στο Ruskin School of Art του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, ζει στην Κωνσταντινούπολη τα τελευταία χρόνια, αλλά σκαρφαλώνει σε γιγαντιαίες σκαλωσιές και αλλάζει τοίχους, κτίρια και τελικά την καθημερινότητα των περαστικών σε όλο τον κόσμο, ενώ πρόσφατα υλοποίησε σε συνεργασία με το εργαστήριο νανοτεχνολογίας του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ την έμπνευσή της για μια νέα απόχρωση του μπλε, το Quantum Blue.

 

IMG_0889

 

–Πώς ξεκίνησες να κάνεις murals;

Το πρώτο μεγάλων διαστάσεων mural το έκανα πριν από περίπου μία δεκαετία στον Βόσπορο της Κωνσταντινούπολης, μετά από προτροπή ενός Κούρδου φίλου μου, ο οποίος ερευνούσε έναν από τους παλιότερους καταυλισμούς Ρομά της Πόλης και είχε καταφέρει να ενταχθεί στην κοινότητά τους. Το mural είχε σκοπό να τονώσει την περηφάνια της κοινότητας των Ρομά και τις μπογιές μάς τις αγόρασε η τοπική δημαρχία, μιας και εκείνα τα χρόνια η κυβέρνηση Ερντογάν έκανε μεγάλα ανοίγματα με τις μειονότητες και πολλές συναντήσεις με τον Βασιλιά των Τσιγγάνων. Η δική μου ζωγραφιά ήταν ένα καράβι μαζί με έναν νεαρό και μια κοπέλα Ρομά του προηγούμενου αιώνα, και την έφτιαξα υπό τα βλέμματα των μητριαρχικών Ρομά γιαγιάδων που πίνανε σιγά σιγά το ουίσκι τους στα παραδοσιακά τούρκικα ποτηράκια, για να μοιάζει ότι είναι τσάι. Εκεί που ζωγράφιζα πάνω στη σκαλωσιά, με τον Βόσπορο στα αριστερά μου και τον άνεμο Ποϊράζ, τον Βοριά της Πόλης, μαγεύτηκα νομίζω και ήξερα ότι δεν θα ήταν το τελευταίο mural που έκανα.

 

–Από τι εμπνέεσαι αυτόν τον καιρό;

Το πιο πρόσφατο mural που έκανα βρίσκεται στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, λέγεται Night Swimming, Νυχτερινό Κολύμπι, και είναι αφιερωμένο σε κάποιον που έχασα. Στον ασπρόμαυρο τοίχο μια κοπέλα κοιτάει την πανσέληνο πάνω από τη θάλασσα. Πρόκειται γι’ αυτή την αίσθηση που νομίζω ξέρουμε όλοι μας, της διαπεραστικής μελαγχολίας μπροστά στα καλοκαιρινά νυχτερινά κύματα.

 

cheryl-IMG_7102

 

–Πώς αποφάσισες να ζήσεις στην Κωνσταντινούπολη;

Η σχέση μου με την Κωνσταντινούπολη ξεκίνησε ως ένας ακαριαίος μεγάλος έρωτας και ακόμα καλά κρατεί, παρά το φλεγόμενο πολιτικό σκηνικό, τα F16 που πετάγανε από πάνω μας τη νύχτα του πραξικοπήματος και τα σπασμένα οράματα του πάρκου Γκεζί. Έχει κάτι αυτή η πόλη που κάνει την ατμόσφαιρά της μαγική και σε κρατάει κοντά της – από το πρώτο ταξίδι μου πριν από περίπου 13 χρόνια μέχρι την απόφασή μου να αφήσω το Λονδίνο, όπου έμενα, και να μετακομίσω εδώ έναν χρόνο μετά, μέχρι σήμερα.

 

–Ασχολείσαι καθόλου με πολιτικά μηνύματα στην τέχνη σου;

Στην τέχνη μου, όταν καταπιάνομαι με πολιτικά θέματα, είναι συνήθως στο επίπεδο της κριτικής σκέψης και όχι κατονομάζοντας συγκεκριμένα θέματα ή ονόματα, και έτσι δεν απασχολώ τη λογοκρισία. Οι επιλογές που κάνουμε καθημερινά ως πολιτικά όντα με ενδιαφέρουν πάρα πολύ, από τις πιο μικρές ως τις πιο μεγάλες. Η τελευταία ατομική μου έκθεση στην Πόλη είχε τίτλο Μολυβένια νερά: πώς να είναι κανείς γενναίος και ήταν μια αυτοκριτική στο πώς διαλέγουμε να ζήσουμε τη ζωή μας. Πόσα πράγματα θέλουμε να πούμε και δεν λέμε, τι σημαίνει δειλία και τι θάρρος, όταν δεν είναι ξεκάθαρο το τοπίο, παρά μοιάζει περισσότερο με σκούρα μολυβένια νερά.

 

03

 

–Ως καλλιτέχνις η ίδια, πώς καλλιεργείς την αγάπη για την τέχνη στο παιδί σου; Πώς την κάνεις ενδιαφέρουσα;

Με δύο τρόπους: τον πρώτο μού τον έμαθε η διευθύντρια του ελληνικού παιδικού σταθμού της Πόλης. Η τεχνική της κυρίας Αγάπης, λοιπόν, είναι να δείχνεις στο παιδί σου έναν πίνακα από το μουσείο ή την γκαλερί που πρόκειται να επισκεφτείς και να του μιλήσεις λίγο γι’ αυτόν. Είναι απίστευτο το πώς αυτό μετατρέπει την επίσκεψη στο μουσείο σε κυνήγι θησαυρού και όταν το παιδί βρει τον πίνακα τον κοιτάζει με πραγματικό ενδιαφέρον. Μη φανταστείτε ότι θα δει μετά όλο το μουσείο, αν ενδιαφερθεί για 2-3 πίνακες αυτό είναι μεγάλη επιτυχία. Το δεύτερο είναι να μην κλείνεις το παιδί σε έναν κόσμο που να έχει μόνο καρτουνίστικη αισθητική. Για παράδειγμα, το δωμάτιο του γιου μου έχει και κανονικούς πίνακες και όταν ζωγραφίζουμε, ή μάλλον όταν πασαλειβόμαστε, για να είμαστε ακριβείς, χρησιμοποιούμε όλα τα χρώματα. Του μιλάω για τα χρώματα, όπως για το πόσο γοητευτικό μπορεί να είναι το μαύρο μελάνι, και μετά πηγαίνει στο νηπιαγωγείο και επιμένει να ζωγραφίζει μόνο με το μαύρο και με κοιτάνε περίεργα οι δασκάλες.

 

–Έχεις ποτέ αισθανθεί ότι ο χώρος σου είναι ακόμα ανδροκρατούμενος;

Η πρώτη σημαντική γυναίκα ζωγράφος της σύγχρονης Ελλάδας, η Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα, έπρεπε να μεταμφιέζεται σε άντρα για να μπορεί να σπουδάσει ζωγραφική. Ευτυχώς έχουμε προοδεύσει από εκείνα τα χρόνια και πλέον στην Ελλάδα οι σημαντικότερες ηγετικές θέσεις της τέχνης είναι «επανδρωμένες» από... γυναίκες. Όσον αφορά τη ζωγραφική στους δρόμους στην Ελλάδα, αυτή δεν έχει γένος, γιατί ο καθένας μπορεί να βρει έναν τοίχο και να βάψει, κάτι που δεν ισχύει σε άλλες χώρες όπου οι γυναίκες δεν μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερες στους δρόμους και τα δικαιώματά τους είναι περιορισμένα.

 

02

 

–Αν μπορούσες να αλλάξεις μόνο ένα πράγμα στην Αθήνα, τι θα ήταν αυτό; Τι θα έκανε τη μέρα μας ομορφότερη;

Προσωπικά, πιστεύω ότι μία από τις μεγαλύτερες ανεκμετάλλευτες ομορφιές της Αθήνας είναι οι ταράτσες της, συμπεριλαμβανομένων και των σκουριασμένων ξόανων που είναι οι κεραίες. Φανταστείτε να τις γεμίζαμε πράσινο, μυστικούς κρεμασμένους κήπους με θέα την πόλη. Πέρα από το περιβαλλοντικό καλό που θα έκανε στο αστικό τοπίο, νομίζω θα επιδρούσε θετικά και στην ψυχολογία των ανθρώπων.

 

01

Δείτε εδώ το instafeed του gynaikamagazine.gr

Κείμενο: Γιώτα Ταχταρά

Tags: