Τα βιβλία που θα διαβάσουμε αυτόν τον μήνα

Πέμπτη, 20/12/2018

 

Εφηβικές ανησυχίες και ενήλικες ενοχές, αναπολήσεις από μια ξεχασμένη Ελλάδα, ασήμαντες λεπτομέρειες από την καθημερινή μας ζωή, αινιγματικοί θάνατοι, αλλά και σκληρές σκηνές από τη ναζιστική Γερμανία συνθέτουν κομμάτια από τα αναγνώσματα του μήνα

books_skilisia psixi


Σκυλίσια ψυχή 

«Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές το ίδιο που αναρωτήθηκαν κάποια στιγμή όλοι όσοι έζησαν –και κατάφεραν να επιβιώσουν– στα στρατόπεδα θανάτου: Γιατί δεν φύγαμε όσο ακόμα μπορούσαμε;» Στη «Σκυλίσια Ψυχή», του Αύγουστου Κορτώ, κεντρική ηρωίδα είναι η μικρόσωμη Έστερ Κλάιν. Γεννημένη στο Βερολίνο το 1920, αντικρίζει το αδίστακτο πρόσωπο του ναζισμού αρκετά χρόνια προτού ξεσπάσει ο πόλεμος, και σε ηλικία 20 ετών συλλαμβάνεται και επιβιβάζεται με τον πατέρα της σε μια αμαξοστοιχία με προορισμό ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Οι γνώσεις της και η αγάπη της για τα ζώα θα γίνουν το όχημα για να γνωρίσει την ταπείνωση. Τα σκυλιά θα γίνουν, επίσης, η αιτία για να εκφράσει τη στοργή της μέσα σε συνθήκες αθλιότητας και απόλυτης καταπίεσης. Τελικά, αυτός που θα της χαρίσει την ελευθερία είναι ένας σκύλος, με ένα μεγάλο μυστικό. Θα αφιερώσει τη ζωή της στην προστασία του. –Εκδόσεις Πατάκη 



books_ampelia

 

Στ' αμπέλια

«Δεν βρίσκω τίποτε πιο βαρετό από το ν’ ακούς ή να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου, πρέπει πράγματι να τον αγαπάς πολύ για να το αντέξεις», σχολιάζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο οπισθόφυλλο του νέου του βιβλίου με τίτλο «Στ’ αμπέλια». Ωστόσο, καθώς αναπολεί τα καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας στο καλύβι της θει-Αρχόντως, αναδύεται από τη λήθη ένας κόσμος μακρινός. Μέσα από τις αφηγήσεις του για τον ύπνο κάτω από τον έναστρο ουρανό της Λακωνίας, το μάζεμα των σύκων, την παρασκευή του πελτέ, τα ξερικά καρπούζια, το καθάρισμα της στέρνας, το ξερίζωμα του λιναριού, αλλά και τα πάθη που κατασπάραζαν τις ψυχές των χωρικών, σκιαγραφείται μια Ελλάδα χωρίς στολίδια, σκληρή και αληθινή. —Εκδόσεις Πόλις 



books_xilies anases


Χίλιες ανάσες

«Ποτέ της δεν είχε αναρωτηθεί εάν ήταν ικανή για κάτι καλύτερο, δηλαδή τι καλύτερο από τον Στέλιο, δεν είχε επιθυμήσει αλλιώτικη ζωή, χαιρόταν ό,τι τύχαινε κι ας ήταν λίγα τα ευχάριστα, τόσο όσο, μην πάρει και αέρα». Στις «Χίλιες Ανάσες», της Ιωάννας Καρυστιάνη, η Πηγή Βογιατζή πηγαίνει για αναγνώριση του αγνοούμενου εδώ και εβδομάδες συζύγου της, Στέλιου, και επιστρέφει στο νησί τους, το Κουκούτσι, με το Mitsubishi του και το φέρετρο με τη σορό του στην καρότσα. Μήνες μετά την κηδεία του, αναλογίζεται αν έκρινε σωστά λεπτομέρειες στο μισοφαγωμένο κουφάρι που βρέθηκε ανοιχτά της Σύρας, όπως ήταν τα μαλλιά ή το πλάτος του μετώπου, και βασανίζεται ανακαλώντας στη μνήμη της τις συνήθειες που είχε εκείνος, το παρελθόν του, τη σχέση τους. —Εκδόσεις Καστανιώτη



books_antonimia


Η ιδιωτική μου αντωνυμία

«Ανατρέχω πού και πού στο παιδικό μου ημερολόγιο. Προσπαθώ να φέρω στο μυαλό μου κάτι από εκείνες τις μέρες. Εννοώ κάτι συγκεκριμένο, συμπαγές, χειροπιαστό... Όμως το μόνο που ανακαλώ είναι συγκεχυμένα πρόσωπα, απροσδιόριστες χειρονομίες και ακατάληπτα λόγια χωρίς καμία χρονική συνέπεια ούτε λογική ακολουθία». Η συλλογή πεζών «Η ιδιωτική μου αντωνυμία», του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, είναι ένας ιδιότυπος απολογισμός της μέχρι τώρα ζωής του και των –πολύ συχνά ασήμαντων στα μάτια τρίτων–λεπτομερειών που τη συνθέτουν. Τα κείμενα, χωρισμένα σε εννέα μέρη, όσα και τα είδη των αντωνυμιών, μας ανοίγουν ένα παράθυρο στον ψυχικό κόσμο του συγγραφέα, αφήνοντας χώρο για συγκρίσεις και αναφορές με τις δικές μας ζωές. —Εκδόσεις Κίχλη

 

books_kalinixta


Καληνύχτα καλούδια μου

«Έσφιξε τον κόμπο καλά. Έβαλε διπλή και τριπλή σακούλα, έκανε κι άλλους κόμπους να μην μπορέσουν να το σκάσουν». Η αρχή της νουβέλας «Καληνύχτα καλούδια μου», του Νικήτα Μ. Παπακώστα, προϊδεάζει τους αναγνώστες μέσα από μια δυνατή εικόνα για όσα θα ακολουθήσουν. Η Μαριώ, μικροπαντρεμένη στα δεκαπέντε της, κλείνει μέσα σε σακούλες νεογέννητα γατιά και τα πετά από ψηλά στο ρέμα. Σε κάθε θάνατο που προκαλεί σκορπά τον τρόμο και ερεθίζει τις σκέψεις. Παρ’ όλα αυτά, καθώς ο άνθρωπος «πιάνεται» από την ανάγκη του, το χωριό βαφτίζει τα σκοτάδια της ψυχής της σπάνιο θαύμα. —Εκδόσεις Δώμα 



books_gala


Γάλα Μαγνησίας 

«Δεν ήταν όλα τα παιδιά του οικοτροφείου σαν κι εμάς. Τα πιο πολλά, ήταν τύπος και υπογραμμός, μαθητές του 17 και πάνω, με τη χωρίστρα στην τρίχα, πήγαιναν στο κατηχητικό, κοπάνα και σκασιαρχείο δεν ήξεραν τι θα πει. Ενώ εμείς... Καμία σχέση μ’ αυτό που λένε “καλά παιδιά”». Στο «Γάλα Μαγνησίας», του Κώστα Ακρίβου, μέσα από την αναδρομή στις ζωές τεσσάρων μαθητών ενός εκκλησιαστικού οικοτροφείου στον Βόλο τη δεκαετία του ’70 έρχονται στην επιφάνεια πολιτικές ανησυχίες και σχέδια, εφηβικοί έρωτες, φάρσες σε καθηγητές αλλά και ενοχές για τον χαμό του Σώτου, ενός μαθητή που τα τέσσερα αγόρια δεν συμπαθούσαν ιδιαίτερα. Τι πραγματικά συνέβη; Τι μηχανισμούς και όπλα επιστρατεύει η μνήμη μας για να φτιασιδώσει την αλήθεια; —Εκδόσεις Μεταίχμιο 


Επιμέλεια: Ξένια Γεωργιάδου

Tags: