Φαράχ Παχλαβί: Μια σπάνια εξομολόγηση για τη συλλογή μοντέρνας τέχνης που άφησε στην Τεχεράνη

Παρασκευή, 11/01/2019

 

Η πολυτάραχη ιστορία της περιλαμβάνει έναν γάμο μυθικού μεγαλείου, μια πετρελαϊκή κρίση, δισεκατομμύρια δολάρια και τη μεγαλύτερη συλλογή έργων μοντέρνας τέχνης εκτός Δύσης κρυμμένη για πάντα από τα μάτια του κόσμου. Η Φαράχ Παχλαβί, πρώην αυτοκράτειρα του Ιράν, κάνει μια σπάνια εξομολόγηση για το μυστήριο της συλλογής του σάχη

Η τελευταία φορα που η Φαράχ Παχλαβί έδωσε συνέντευξη για τη συλλογή μοντέρνας τέχνης που άφησε στην Τεχεράνη τη μέρα που εγκατέλειψε τη χώρα ήταν το 2017, στο τηλεοπτικό δίκτυο DW. «Δεν θέλω να μιλώ γι’ αυτά», δήλωσε. «Όχι μόνο γιατί είναι επώδυνο, αλλά γιατί δεν έχει περάσει ο κίνδυνος. Τα έργα πρέπει να μείνουν στο Ιράν». Η συλλογή του σάχη αποτελεί ένα πραγματικό μυστήριο της τέχνης, αφού παραμένει «εξαφανισμένη» εδώ και σαράντα χρόνια. Αυτό ήταν το κίνητρο για τις Viola Raikhel-Bolot και Miranda Darling, ιδρύτριες του οργανισμού Vanishing Pictures Productions, να ξεκινήσουν μια αναζήτηση που οδήγησε στην έκδοση του βιβλίου Ιran Modern – The Empress of Art (Σύγχρονο Ιράν – Η αυτοκράτειρα της τέχνης), από τον εκδοτικό οίκο Assouline.

 

Το να προσεγγίσουν την Παχλαβί δεν ήταν εύκολο, αλλά επέμειναν ότι ήταν ο μόνος τρόπος να γραφτεί η δική της πλευρά της ιστορίας. Εκτός από τον πρόλογο που υπογράφει εκείνη και μια αναδρομή στα γεγονότα που σημάδεψαν την εικοσαετία της Λευκής Επανάστασης, όπως έγινε γνωστή η περίοδος εφαρμογής του εκσυγχρονιστικού κοινωνικού και οικονομικού προγράμματος του σάχη, στις σελίδες του πολυτελούς τόμου παρουσιάζονται ορισμένα από τα αριστουργήματα η τύχη των οποίων αγνοείται.

 

5-©-Vanishing-Pictures-Production

H Φαράχ Παχλαβί με τις Miranda Darling και Viola Raikhel-Bolot, συγγραφείς του βιβλίου και ιδρύτριες του οργανισμού Vanishing Pictures Productions. © Vanishing Pictures Production

 

Η τρίτη εκλεκτή

 

Στις 28 Οκτωβρίου 1967, στο 48o έτος της ηλικίας του και 27ο της βασιλείας του, ο Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί κηρύσσεται βασιλιάς των βασιλέων, στέφοντας αυτοκράτειρα (σαχμπανού) την τρίτη γυναίκα του, Φαράχ Ντιμπά, με ένα στέμμα παραγγελία στον οίκο Van Cleef & Arpels. Είναι η πρώτη φορά στα 2.500 χρόνια περσικής μοναρχίας που αναγνωρίζεται αυτοκράτειρα, και το γεγονός καλύπτεται από όλα τα διεθνή δίκτυα. Η Φαράχ Ντιμπά, μια πραγματική καλλονή και fashion icon της εποχής, με αδυναμία σε Dior, Yves Saint Laurent, Balenciaga και Valentino, θα αποδεικνυόταν, αντίθετα από τις προβλέψεις, το μεγάλο διπλωματικό όπλο του σάχη.

 

Γεννημένη στις 14 Οκτωβρίου 1938, είναι μοναχοκόρη αριστοκρατικής οικογένειας με ρίζες από Αζερμπαϊτζάν και Κασπία. Ο θάνατος του πατέρα της όταν εκείνη είναι 10 χρόνων την κλονίζει, η οικογένεια χάνει προνόμια και τίτλους, αλλά η Φαράχ –που σημαίνει Χαρά στα φαρσί– τελειώνει τη γαλλική σχολή του Αγίου Ιωσήφ και με κρατική υποτροφία συνεχίζει σπουδές αρχιτεκτονικής στην École Spéciale d’Architecture στο Παρίσι. Καλεσμένη μαζί με άλλους φοιτητές σε δεξίωση της πρεσβείας του Ιράν στη Γαλλία προς τιμή του σάχη, γνωρίζεται μαζί του. Τη φλερτάρει προσεκτικά – έχουν δεκαεννέα χρόνια διαφορά και όλο τον Τύπο εναντίον τους. Ο δεύτερος γάμος του με τη Σοράγια καταλήγει –παρά το πάθος τους– σε διαζύγιο το 1958, καθώς εκείνη δεν μπορεί να του δώσει διάδοχο, ενώ ο έρωτάς του με τη Φαράχ έχει έναν απροσδόκητο σύμμαχο, τη Σαχνάζ, κόρη του σάχη από τον πρώτο του γάμο, με την Αιγύπτια Φαουζιά Φουάντ. Παντρεύονται τον Δεκέμβριο του 1959 και ο διάδοχος Ρεζά γεννιέται το 1960. Ακολουθεί η Φαραχνάζ το 1963, ο Αλί-Ρεζά το 1966 και η Λεϊλά το 1970, με τις φωτογραφίες της ευτυχισμένης οικογένειας να γίνονται πρωτοσέλιδα, όπως ακριβώς της Γκρέις Κέλι και της Τζάκι Κένεντι.

 

1-©-Vanishing-Pictures-Production

Φωτογραφίες στο σπίτι της Φαράχ Παχλαβί στο Παρίσι. © Vanishing Pictures Production

 

Βάζοντας υα θεμέλια

 

Το 1961, σε μια επίσκεψη στο Παρίσι, η Φαράχ συναντά τον υπουργό Πολιτισμού Αντρέ Μαλρό και συμφωνούν στην ανταλλαγή εκθέσεων μεταξύ γαλλικών και ιρανικών γκαλερί. Μπορεί ο διεθνής Τύπος να υποστηρίζει ότι η Φαράχ ήταν λύση ανάγκης για τον σάχη, μόνο για τεκνοποίηση, αλλά η ίδια έχει άλλα σχέδια. Χρόνο με τον χρόνο γίνεται όλο και πιο απαραίτητη, πιέζει για την ίδρυση του πανεπιστημίου Παχλαβί αλλά και μιας σειράς μουσείων –ένα από αυτά αφορά τα περίφημα περσικά χαλιά και εκεί συγκεντρώνει τα καλύτερα του κόσμου–, καταφέρνει να μειώσει την επιρροή της δίδυμης αδελφής του σάχη, Ασράφ, παρότι την έχει εναντίον της, και προεδρεύει τελικά σε σαράντα οργανώσεις. Το 1967 ιδρύει το Διεθνές Φεστιβάλ Τεχνών του Σιράζ και μέχρι το 1977 φέρνει όλη τη διεθνή πρωτοπορία της τέχνης στα ερείπια της αρχαίας Περσέπολις, με χρηματοδότηση του Εθνικού Οργανισμού Πετρελαίου. Γεχούντι Μενουχίν, Ιάννης Ξενάκης, Πίτερ Μπρουκ, Ρόμπερτ Γουίλσον (το 1972 σκηνοθετεί ένα θέμα 168 ωρών, που παίζεται επτά μέρες και επτά νύχτες στους λόφους Κα Μάουντεν, πάνω από το Σιράζ) και, βέβαια, Μορίς Μπεζάρ –με το έργο Γκολεστάν– είναι μερικοί από τους καλλιτέχνες που ανταποκρίνονται στο κάλεσμα. Στο κοινό δεσπόζουν καλεσμένοι από το Χόλιγουντ, με πρώτη την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, που φωτογραφίζεται με την αυτοκράτειρα από τους παπαράτσι.

 

Το 1968 ολοκληρώνει και το ανακτορικό σύμπλεγμα του Νιαβαράν, στη βόρεια Τεχεράνη, το οποίο επιτήρησε αποκλειστικά λόγω των σπουδών της στην αρχιτεκτονική. Αφού πλέον έχει «χτίσει» τη βάση, το 1972 ξεκινά το μεγάλο της έργο. Με τη συμβολή των αδελφών Μαχμουντιάν, διάσημων εμπόρων τέχνης, η Φαράχ εγκαινιάζει το πρόγραμμα «buy back», αγοράζοντας για τα νέα μουσεία ιρανικές αρχαιότητες που είχαν καταλήξει στη διεθνή αγορά. Η μεγαλεπήβολη ιδέα της αφορά τη δημιουργία ενός μουσείου μοντέρνας τέχνης, και εμπιστεύεται την κατασκευή του στον αρχιτέκτονα ξάδελφό της Καμράν Ντιμπά. O στόχος, διπλός: να στεγάσει τη μοντέρνα παραγωγή της χώρας, αλλά, κυρίως, να κάνει την Τεχεράνη πρωτεύουσα της τέχνης.

 

3-©-Nicole-Lily-Rose

Η πρώην αυτοκράτειρα κατ' οίκον. © Nicole Lily Rose

 

Η διπλωματία του πολιτισμού

 

Μέσα σε ένα βράδυ ο OPEC διπλασιάζει την τιμή πετρελαίου, η πετρελαϊκή κρίση γονατίζει τη Δύση, αλλά στο Ιράν, τη δεύτερη μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο σε εξαγωγή πετρελαίου, εισρέουν 98,2 δισ. δολάρια, που η Φαράχ προωθεί ως επί το πλείστον στην τέχνη. Το γραφείο της έχει προϋπολογισμό 5 εκατ. δολάρια και 150 άτομα προσωπικό που οργανώνει τα ταξίδια της (με ελικόπτερο ακόμα και πάνω από την Τεχεράνη) και τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας της (πάνω από 50.000 επιστολές τον χρόνο).

 

Η τέχνη γίνεται ένα από τα πιο ισχυρά όπλα προπαγάνδας τόσο στο εξωτερικό, όσο και στο εσωτερικό. Ενώ σε Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη και Βερολίνο Ιρανοί φοιτητές που σπουδάζουν με υποτροφίες του σάχη έχουν δημιουργήσει εκρηκτικό κλίμα με συνεχείς διαδηλώσεις εναντίον του, επηρεασμένοι από τη θεοκρατία του Χομεϊνί, οι διασυνδέσεις της Φαράχ και το χρήμα που ρίχνει στη διεθνή αγορά της τέχνης είναι ένας εξαιρετικός τρόπος να δημιουργηθεί η εικόνα του μοντέρνου Ιράν έναντι του οπισθοδρομικού καθεστώτος. Το πιο σημαντικό, όμως, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι το εσωτερικό μέτωπο. Ο σάχης έχει διαγνωστεί με καρκίνο και η Φαράχ, που είναι πρώτη στη διαδοχή, χρειάζεται το δυνατό χαρτί της αγάπης του λαού για να αντιμετωπίσει τις ίντριγκες του παλατιού. Διασχίζει τη χώρα φτιάχνοντας βιβλιοθήκες σε κάθε απομακρυσμένο χωριό, με τα παιδιά να διαβάζουν πρώτη φορά στους αναλφάβητους γονείς τους, συλλέγει εμμονικά λαϊκή τέχνη για τα μουσεία και ακόμα και τις μέρες των διαδηλώσεων δεν χάνει ούτε επίσκεψη σε σχολείο, επιμένοντας ιδιαίτερα στην εκπαίδευση των κοριτσιών.

 

Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Τεχεράνης (ΤΜοCA) εγκαινιάζεται τελικά το 1977, την ημέρα των γενεθλίων της, στο Πάρκο Φαράχ, σήμερα πια Πάρκο Τουλίπας. Είναι σαν ένα μικρό Guggenheim, με σπειροειδείς διαδρόμους και έργα των Mαγκρίτ, Ερνστ και Τζιακομέτι στους κήπους. Η Φαράχ επιβλέπει η ίδια τη συλλογή, με την επιμέλεια μιας κλειστής ομάδας ειδικών που συναντώνται με τους προέδρους των οίκων Christie’s και Sotheby’s. Πάνω από 3.000 έργα 19ου και 20ού αιώνα συνθέτουν τη μεγαλύτερη συλλογή μοντέρνας τέχνης εκτός Ευρώπης και Αμερικής και, βέβαια, τη μεγαλύτερη συλλογή ιρανικής μοντέρνας τέχνης. Οργώνει τον κόσμο με επισκέψεις στα ατελιέ των Νταλί, Σαγκάλ και Γουόρχολ, τον οποίο γνωρίζει στον Λευκό Οίκο. Γκογκέν, Τουλούζ-Λωτρέκ, Βαν Γκογκ, Καντίνσκι, Μονέ, Πόλοκ, Πικάσο, Μπέικον, Ριβέρα, Μιρό, Λιχτενστάιν, Ντεγκά, Χόπερ, Ντυσάν είναι ορισμένες από τις υπογραφές που συγκεντρώνει η συλλογή. Κανείς δεν γνωρίζει την ακριβή λίστα ακόμη και σήμερα, ενώ η αξία των έργων υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 3 δισ. δολάρια.

 

Η Ασράφ είναι το πρώτο μέλος της οικογένειας που απαθανατίζει σε πορτρέτο ο Άντι Γουόρχολ. Τον Ιούλιο του 1976 έρχεται η σειρά της Φαράχ. Ο «πάπας» της ποπ αρτ φτάνει στα ανάκτορα με την Big Shot πολαρόιντ και τον μάνατζέρ του. Εκείνη φορά μια μεταξωτή μπλούζα, στα μάτια έχει μόνο μια γραμμή kohl και έχει φτιάξει τα μαλλιά της στο στυλ της εποχής. Τους δείχνει το μεγαλύτερο ρουμπίνι στον κόσμο, αλλά και τη μεγαλύτερη συλλογή ροζ διαμαντιών. Το έργο που προκύπτει κοσμεί σήμερα το εξώφυλλο του Ιran Modern – The Empress of Art. Το 1978 ο Γουόρχολ επιστρέφει για το πολυδιαφημισμένο πορτρέτο του σάχη, που θα παρουσιαζόταν στο φεστιβάλ του Σιράζ. Ο Χομεϊνί, όμως, είναι πολύ κοντά στην εξουσία και το γραφείο Τύπου του φεστιβάλ στέλνει τηλεγράφημα στους ξένους δημοσιογράφους: «Εξαιτίας των διαδηλώσεων ξενοφοβικών ομάδων εξτρεμιστών, η διοργάνωση αναβάλλεται, αλλά θα σας περιμένουμε του χρόνου». Τελικά, στις 8 Σεπτεμβρίου του ’78 επιβάλλεται στρατιωτικός νόμος στην Τεχεράνη και σε άλλες πόλεις, οδηγώντας στα γεγονότα της «Μαύρης Παρασκευής» και λίγο αργότερα στην ανατροπή της μοναρχίας.

 

3D_IRANMODERN

Το εξώφυλλο του Iran Modern – The Empress of Art (εκδ. Assouline).  

 

Μετά την εξορία

 

Τα πέντε παιδιά του σάχη είναι ήδη στο Τέξας, και ο ίδιος με τη Φαράχ εγκαταλείπουν τη χώρα στις 16 Ιανουαρίου 1979, αναζητώντας άσυλο σε Αίγυπτο, Μαρόκο, Μπαχάμες, Μεξικό και ΗΠΑ. Δεν παίρνουν τίποτα μαζί τους. «Είχα πάντα στο μυαλό μου τους Ρομανόφ», εξηγεί. «Έλεγα ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο, δεν θα ήθελα να πουν ότι πήρα κάτι μαζί μου». Η κατάσταση της υγείας του σάχη χειροτερεύει. Τους κυνηγά ένα ένταλμα σύλληψης, μια ερήμην καταδίκη σε θάνατο, ενώ οι Ιρανοί κρατούν 52 Αμερικανούς διπλωμάτες ομήρους στην αμερικανική πρεσβεία της Τεχεράνης για 444 μέρες. Αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Αμερική για τον Παναμά. Όταν αντιλαμβάνονται ότι η κυβέρνηση του Παναμά είχε κλείσει μυστική συμφωνία για την έκδοσή τους, αναζητούν μία ακόμα φορά την ασφάλεια της Αιγύπτου, μέχρι τον θάνατο του σάχη στις 27 Ιουλίου 1980.

 

Η Φαράχ παραμένει δύο χρόνια ακόμα στο Κάιρο και, όταν δολοφονείται ο πρόεδρος της Αιγύπτου, Ανουάρ Σαντάτ, ο Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν της διαμηνύει ότι είναι καλοδεχούμενη στις ΗΠΑ. Το 2001 χάνει την κόρη της Λεϊλά από υπερβολική δόση αντικαταθλιπτικών χαπιών και το 2011 αυτοκτονεί ο γιος της Αλί-Ρεζά. Τότε μετακομίζει στην Ουάσιγκτον, για να είναι κοντά στον πρωτότοκο γιο της Ρεζά και τα τέσσερα εγγόνια της, ενώ παράλληλα περνάει μεγάλα διάστηματα στο Παρίσι.

 

Από μαρτυρίες που διαρρέουν από το Ιράν μαθαίνει ότι η συλλογή κρατιέται κρυμμένη, αφού το καθεστώς δαιμονοποιεί κάθε δυτικό στοιχείο. Επίσημη λίστα των περιεχομένων της δεν υπάρχει εκτός Ιράν, κυκλοφορούν φήμες για ανταλλαγές και διάθεση κάποιων έργων στη μαύρη αγορά, ενώ σε ντοκιμαντέρ η Φαράχ βλέπει να σκίζουν με μαχαίρι το πορτρέτο της από τον Γουόρχολ. Για χρόνια προσπαθεί να πείσει ότι η συλλογή του σάχη είναι συλλογή του Ιράν δίνοντας συνεντεύξεις σε όλο τον κόσμο, ωσότου συνειδητοποιεί ότι η υπόθεση έχει χαθεί για πάντα. Στο τέλος, το μόνο που την παρηγορεί είναι ότι μαθαίνει πως τα περισσότερα έργα βρίσκονται σε σχετικά καλή κατάσταση. Το θέμα επανέρχεται κατά καιρούς στην επικαιρότητα για πολιτική κατανάλωση από Δύση και Ιράν. Το καθεστώς υποστηρίζει ότι τα έργα δεν μπορούν να βγουν από τη χώρα αν δεν εκτεθούν πρώτα στον ιρανικό λαό, η Δύση, αντίθετα, ότι πρόκειται για ένα παζάρι εντυπώσεων που χρησιμοποιείται για διπλωματικές πιέσεις, αναλόγως των συνθηκών.

 

Η πρώτη έκθεση γίνεται τελικά το 1999, 20 χρόνια μετά την Ιρανική Επανάσταση, με μερικά έργα Χόκνεϊ, Γουόρχολ, Λιχτενστάιν, Ράουσενμπεργκ. Το 2016 ξεκινά μία ακόμα διεθνής προσπάθεια να έρθουν στο φως 60 έργα, σε μια περιοδεύουσα έκθεση τριών μηνών που θα ξεκινούσε από το Βερολίνο και θα κατέληγε στο MΑΧΧΙ, το Εθνικό Μουσείο των Τεχνών του 21ου αιώνα της Ρώμης, ως μια καλή πράξη ανοίγματος του καθεστώτος στη Δύση. Μερικές ώρες πριν από τα εγκαίνια, η ιρανική κυβέρνηση ακυρώνει τα πάντα, με τα δημοσιεύματα να παίρνουν τη μορφή χιονοστιβάδας.

 

«Σήμερα που γράφω αυτές τις λέξεις», σημειώνει η Φαράχ στον πρόλογο του βιβλίου Iran Modern – The Empress of Art, «έχουν περάσει τριάντα εννέα χρόνια από τότε που εγκατέλειψα το Ιράν. Την πρώτη μέρα που παντρεύτηκα, ο σάχης μού είπε ότι η νέα μου θέση μού επιφυλάσσει πολλές υποχρεώσεις. Δεν πίστευα ποτέ ότι εννοούσε κάτι τέτοιο…»

 

Δείτε εδώ το instafeed του gynaikamagazine.gr

Κείμενο: Τατιάνα Οικονομίδου

Tags: